Υπομνήματα - Υπόμνημα Ανεξάρτητης Αρχής Προώθησης Δικαιωμάτων Ατόμων με Αναπηρία αναφορικά με τη φοίτηση παιδιών με αναπηρία σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης


Υπόμνημα Ανεξάρτητης Αρχής Προώθησης Δικαιωμάτων Ατόμων με Αναπηρία αναφορικά με τη φοίτηση παιδιών με αναπηρία σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης



ΥΠΟΜΝΗΜΑ
Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
(Ανεξάρτητη Αρχή Προώθησης Δικαιωμάτων Ατόμων με Αναπηρία)
για το θέμα που ορίστηκε για συζήτηση στις 19 Σεπτεμβρίου 2016
στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και
Ίσων Ευκαιριών μεταξύ Ανδρών και Γυναικών
Δικαίωμα φοίτησης των μαθητών με αναπηρία στη Μέση Εκπαίδευση

Χαιρετίζω την πρωτοβουλία συζήτησης στη Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ίσων Ευκαιριών μεταξύ Ανδρών και Γυναικών, του σοβαρότατου θέματος της εκπαίδευσης των παιδιών με αναπηρία στη Μέση Εκπαίδευση ευελπιστώντας ότι η συζήτηση θα είναι η απαρχή για να τεθεί το θέμα αυτό στην ορθή νομική του βάση.

Η σημερινή συζήτηση συμπίπτει με δυο σημαντικές συγκυρίες: (α) Την αξιολόγηση της Κύπρου για πρώτη φορά από την αρμόδια Επιτροπή του Ο.Η.Ε. σε σχέση με το βαθμό υλοποίησης των υποχρεώσεων που ανέλαβε με την κύρωση της Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, περιλαμβανομένων των υποχρεώσεών δυνάμει του άρθρου 24 της Σύμβασης που αφορά στην εκπαίδευση και (β) την πρόσφατη δημοσίευση από την ίδια Επιτροπή Γενικού Σχολίου αναφορικά με την εκπαίδευση, στο οποίο με σαφήνεια αναλύονται και επεξηγούνται οι υποχρεώσεις των αρμόδιων για την εκπαίδευση υπουργείων των κρατών μερών της Σύμβασης, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Παράλληλα, πρόσφατα, υπήρξε δημόσια διεκδικητική δραστηριότητα από σημαντικό αριθμό γονέων παιδιών με αναπηρία, που κατέδειξε από τη μια ότι γνωρίζουν και δικαιολογημένα αξιώνουν την εφαρμογή της Σύμβασης και ιδίως το δικαίωμα των παιδιών στη γενική, ενιαία εκπαίδευση, το οποίο είναι αδιαπραγμάτευτο.

Η Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία κυρώθηκε από τη Δημοκρατία το 2011 και επομένως δεσμεύει έκτοτε τη χώρα μας και κατ’ επέκταση, μεταξύ άλλων, το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, στην υλοποίηση του άρθρου 24, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς. Σε σχέση με το εν λόγω άρθρο και για τους σκοπούς της συνεισφοράς της Ανεξάρτητης Αρχής Προώθησης των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Αναπηρία του Γραφείου μου, στη συζήτηση του ενώπιον σας θέματος, σημειώνονται τα πιο κάτω:

1. Ο όρος «ειδική εκπαίδευση» είναι πλέον, δυνάμει της Σύμβασης παρωχημένος, αφού αντανακλά στερεότυπα και επιβλαβείς διαχωριστικές πρακτικές των παιδιών με αναπηρία από τους συμμαθητές τους χωρίς αναπηρία. Εξ’ ου και αρκετά πανεπιστήμια έχουν, ήδη εγκαταλείψει τον όρο «ειδική εκπαίδευση» και ενισχύουν το ακαδημαϊκό πρόγραμμα σπουδών στο τομέα της εκπαίδευσης με θέματα που αφορούν στην εκπαίδευση των παιδιών με αναπηρία προκειμένου οι πτυχιούχοι δάσκαλοι και καθηγητές να είναι επαρκώς καταρτισμένοι ώστε τα μαθήματα που θα διδάσκουν να απευθύνονται και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλων των μαθητών. Η «ειδική» εκπαίδευση είναι κλάδος που αναπτύχθηκε λόγω της φοίτησης των παιδιών με αναπηρία, γνωστών και ως παιδιών με «ειδικές ανάγκες», σε «ειδικά σχολεία» ή «ειδικές δομές» (π.χ. μονάδες), δηλαδή, σε διαχωριστικά πλαίσια. Η Σύμβαση, αντίθετα, απαγορεύει κάθε διαχωρισμό των μαθητών, μεταξύ γενικής και ειδικής εκπαίδευσης, επειδή, συνιστά διάκριση λόγω αναπηρίας καθώς και παραβίαση του άρθρου 24. Ειδικότερα, η Σύμβαση κατοχυρώνει το δικαίωμα των παιδιών με αναπηρία να εκπαιδεύονται μαζί και στον ίδιο χώρο με τα παιδιά της ηλικίας τους χωρίς αναπηρία, νοουμένου ότι λαμβάνονται / γίνονται όλες οι απαιτούμενες προσαρμογές και διαφοροποιήσεις, τόσο στο χώρο και όσο και στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης. Πρόκειται για το δικαίωμα των παιδιών με αναπηρία, στην ενιαία και ποιοτική εκπαίδευση, στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα χωρίς εμπόδια, διακρίσεις και αποκλεισμούς. Θα πρέπει συνεπώς να γίνεται λόγος για αυτό το δικαίωμα και όχι για δικαίωμα στην ειδική εκπαίδευση.

2. Η ενιαία εκπαίδευση αποτελεί sine qua non προϋπόθεση για τη διασφάλιση του δικαιώματος των μαθητών με αναπηρία στην εκπαίδευση σε ίση βάση με τους μαθητές χωρίς αναπηρία. Περιλαμβάνει μία διαδικασία συστημικών μετατροπών, δηλαδή αλλαγών και τροποποιήσεων στο περιεχόμενο, τις διδακτικές μεθόδους, προσεγγίσεις και δομές αλλά και στις στρατηγικές που εφαρμόζονται στην εκπαίδευση για να αρθούν τα εμπόδια που υπάρχουν στα εκπαιδευτικά συστήματα με σκοπό να παρασχεθεί σε κάθε μαθητή, ανάλογα με την ηλικία του, μία δίκαιη και συμμετοχική μαθησιακή εμπειρία και ένα περιβάλλον που ανταποκρίνεται στο μέγιστο βαθμό στις απαιτήσεις και τις προτιμήσεις του. Η απλή τοποθέτηση των μαθητών με αναπηρία σε συνηθισμένα σχολεία, χωρίς τις απαραίτητες μετατροπές / αλλαγές / προσαρμογές, για παράδειγμα, στην οργάνωση, τη διδακτέα ύλη, τη διδασκαλία και τις μαθησιακές στρατηγικές, δεν πληροί τις προϋποθέσεις της ενιαίας εκπαίδευσης.

3. Η ενιαία εκπαίδευση χρειάζεται να διαχωρίζεται από την ένταξη, η οποία, αντίθετα προς τα πιο πάνω, είναι η διαδικασία τοποθέτησης των παιδιών με αναπηρία στα υφιστάμενα συνηθισμένα σχολεία (π.χ. της Μέσης Εκπαίδευσης), φτάνει τα ίδια τα παιδιά να μπορούν να προσαρμοστούν στις τυποποιημένες (standardized) απαιτήσεις των σχολείων αυτών. Δηλαδή, η ένταξη δεν προϋποθέτει την προσαρμογή των σχολείων στα παιδιά αλλά των παιδιών στα σχολεία, με αποτέλεσμα τα παιδιά με αναπηρία να προκαταλαμβάνονται ως «ανίκανα» ή αλλιώς «μη εκπαιδεύσιμα» και να αποκλείονται από το εκπαιδευτικό σύστημα.

4. Είναι ευρέως γνωστό ότι, ενώ στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο οι ειδικοί εκπαιδευτικοί, δε συμβαίνει το ίδιο στη Μέση Εκπαίδευση. Οι καθηγητές δεν έχουν κατάρτιση σε σχέση με την αναπηρία και επομένως δεν μπορούν να στηρίξουν τα παιδιά με αναπηρία εντός ή εκτός της τάξης με αποτέλεσμα αυτά τα παιδιά να εντάσσονται σε ειδικά σχολεία ή σε άλλα προγράμματα. Τα τελευταία χρόνια λειτουργεί το Πρόγραμμα Προϋπηρεσιακής Κατάρτισης με σκοπό την κατάρτιση των καθηγητών σε θέματα παιδαγωγικών, ωστόσο μία μεγάλη μερίδα καθηγητών έχει διοριστεί πριν από την εφαρμογή του εν λόγω προγράμματος.

5. Επίσης, με την ένταξη τους στη Μέση Εκπαίδευση, πολλοί μαθητές με αναπηρία υποβαθμίζονται σε ρόλο «παρατηρητή» στη τάξη, οπότε, ουσιαστικά αποκλείονται από τη διαδικασία μάθησης και πολύ περισσότερο στερούνται ποιοτικής εκπαίδευσης. Περαιτέρω αποκλεισμό, αντιμετωπίζει μία άλλη ομάδα μαθητών με αναπηρία, η οποία εξυπηρετείται σε δομές φροντίδας ή σε ιδρύματα. Κατ’ επέκταση, σε κάθε περίπτωση παραβιάζονται όχι μόνο τα δικαιώματα τους στην εκπαίδευση και τη μη διάκριση αλλά και το δικαίωμά τους να συνυπάρχουν με τα παιδιά της ηλικίας τους, να έχουν, μελλοντικά, πρόσβαση στην απασχόληση και να συμμετέχουν στην κοινωνία, αφού, ανεξάρτητα των ικανοτήτων τους, η μη εξασφάλιση απολυτηρίου ή οποιασδήποτε άλλης πιστοποίησης φοίτησης, δεν τους επιτρέπει να ενταχθούν στην αγορά εργασίας και καταδικάζονται στην απομόνωση, την περιθωριοποίηση ακόμα και τη φτώχεια.

6. Η πρόσληψη ειδικών εκπαιδευτικών, στα σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης, δεν δημιουργεί, από μόνη της, τις πιο πάνω συνθήκες ενιαίας εκπαίδευσης, καθότι ο βασικότερος σκοπός της παροχής, στα παιδιά με αναπηρία, ποιοτικής εκπαίδευσης ίσων ευκαιριών με τους άλλους μαθητές, αφενός πρέπει να εκτείνεται σε όλες τις πτυχές της εκπαίδευσης (σε όλα τα μαθήματα και εκπαιδευτικές δραστηριότητες κ.ά.) και αφετέρου δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την ενεργό συμμετοχή των γενικών εκπαιδευτικών. Χρειάζεται επομένως καταρχήν να καταρτιστούν όλοι οι γενικοί εκπαιδευτικοί σε θέματα αναπηρίας οι οποίοι στη συνέχεια να συνεργάζονται με τους ειδικούς εκπαιδευτικούς (η συνεργασία αυτή είναι γνωστή ως πρακτική της «συνδιδασκαλίας»), για να είναι αποτελεσματική η προσαρμογή της διδακτέας ύλης και της επικοινωνίας του εκπαιδευτικού υλικού στους μαθητές με αναπηρία, χωρίς να αναγκάζονται να λαμβάνουν χαμηλότερης ποιότητας εκπαίδευση ή να υποβαθμίζονται με άλλες διαχωριστικές πρακτικές που συνδέονται περισσότερο με την ένταξη και λιγότερο με την ενιαία εκπαίδευση. Για παράδειγμα ένα παιδί με ακουστική και μαθησιακή αναπηρία, θα μπορεί να επωφελείται από τη γνώση και την πείρα ενός ειδικού εκπαιδευτικού που χρησιμοποιεί τη νοηματική γλώσσα και μπορεί να εφαρμόσει πρακτικές προσαρμογής των μαθημάτων που διδάσκονται στην τάξη κατά τρόπο προσβάσιμο, σε ό,τι αφορά τη μαθησιακή αναπηρία, με τη βοήθεια του γενικού εκπαιδευτικού και των δικών του γνώσεων για το εκάστοτε μάθημα.

7. Παράλληλα για την πραγμάτωση του δικαιώματος στην ενιαία εκπαίδευση, θα πρέπει να αρθούν τα εμπόδια στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ενδεικτικά αναφέρονται τα εξής που χρειάζονται γι’ αυτό το σκοπό:
o Οικονομικά εμπόδια: Το εκπαιδευτικό σύστημα θα πρέπει να στηρίξει κατάλληλα και επαρκώς την ενιαία εκπαίδευση, την παροχή εύλογων προσαρμογών και την στήριξη των μαθητών με οποιαδήποτε αναπηρία.

o Νομικά και διαδικαστικά εμπόδια: Το νομοθετικό, κανονιστικό και θεσμικό πλαίσιο που ρυθμίζει τα θέματα της εκπαίδευσης («ειδικής εκπαίδευσης») θα πρέπει να εναρμονιστεί με τη Σύμβαση και το στόχο της ενιαίας εκπαίδευσης. Μεταξύ άλλων θα πρέπει να διασφαλιστεί η παροχή στους μαθητές με αναπηρία εύλογων προσαρμογών (π.χ. συσκευές επικοινωνίας, διαδραστικοί πίνακες) και στήριξης (ατομικής, όπως είναι η λογοθεραπεία ή η παροχή υπηρεσιών σχολικού συνοδού ή άλλης, όπως είναι η διασφάλιση κατάλληλων μέσων υποστηρικτικής τεχνολογίας ή η εφαρμογή κατάλληλων εργαλείων κ.ά.)

o Γνωσιολογικά και συμπεριφορικά εμπόδια: Θα πρέπει να υιοθετηθεί η δικαιωματική προσέγγιση της αναπηρίας σύμφωνα με την οποία, η αναπηρία δεν είναι ασθένεια που πρέπει να «θεραπευτεί», ούτε ανικανότητα» ή «μη κανονικότητα» αλλά εγγενές μέρος της ανθρώπινης διαφορετικότητας και πολυμορφίας. Οι στόχοι της εκπαίδευσης των ατόμων με αναπηρία θα πρέπει να είναι εκπαιδευτικοί και να μην περιορίζονται στη φροντίδα ή την απασχόλησή, ενώ θα πρέπει τα παιδιά με αναπηρία να αναγνωριστούν ως άτομα με ικανότητες, προσωπικότητα και θέση στη γενική εκπαίδευση, δίπλα από τους συμμαθητές τους. Ο στιγματισμός, η έκφραση οίκτου και η «παθητικοποίηση» των παιδιών με αναπηρία, ως να μην έχουν ικανότητες, δεξιότητες, επικοινωνία ή μέλλον, αντίκεινται στη Σύμβαση.

o Εμπόδια προσβασιμότητας: Τα κτίρια, σε όλη την έκτασή τους, η διδακτέα ύλη, οι πληροφορίες (γραπτές και προφορικές) και όλη η επικοινωνία που συνδέεται με την εκπαίδευση και το σχολικό περιβάλλον θα πρέπει τηρεί την αρχή της προσβασιμότητας. Η προσβασιμότητα επιτυγχάνεται μέσω δομικών μετατροπών/προσαρμογών, τη χρήση κατάλληλης επικοινωνίας (π.χ. νοηματικής ή απλοποιημένης γλώσσας) και υλικού (π.χ. υλικό σε μορφή Braille, ή σε μορφή «easy-to-read» για τη νοητική αναπηρία, ή σε μορφή «one-step» για τη δυσλεξία ή τη δυσαριθμησία).





Ελίζα Σαββίδου
Επίτροπος Διοικήσεως και
Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

19 Σεπτεμβρίου 2016


Κατεβάστε το αρχείο τύπου Word Ypomnima_pedia_me_anapiria_mesi_ekpedevsi_Vouli19092016.doc (Μέγεθος Αρχείου: 64,25Kb)
mp3
19092016.mp3 (Μέγεθος Αρχείου: 3013,23Kb)