Το 1991 ήταν ημερομηνία σταθμός στην Κυπριακή Δημοκρατία καθότι είναι η χρόνια που εισάγεται ο Θεσμός του Επιτρόπου Διοικήσεως.

Είκοσι οκτώ χρόνια μετά ο Θεσμός είναι ακόμη πιο ισχυρός, με διευρυμένες αρμοδιότητες ώστε η δράση του να μην περιορίζεται μόνο στον δημόσιο τομέα, αλλά όσον αφορά τα ζητήματα των διακρίσεων, δύναται να παρεμβαίνει και στον ιδιωτικό υπό την ιδιότητά του ως Φορέας Καταπολέμησης των Διακρίσεων, που του έχει ανατεθεί το 2004, σε εναρμόνιση με το Ενωσιακό Δίκαιο, δίνοντας τη δυνατότητα στον Επίτροπο σε περίπτωση που διαπιστώνει οποιαδήποτε διάκριση να επιβάλλει μεταξύ άλλων και πρόστιμο.

Έχει, επίσης, τη δυνατότητα επίσκεψης σε χώρους όπου οι άνθρωποι στερούνται της ελευθερίας τους ή βρίσκονται υπό περιορισμό, υπό την ιδιότητά του ως Μηχανισμός Πρόληψης των Βασανιστηρίων, αρμοδιότητα που έχει ανατεθεί στο πρόσωπό του το 2009, όπως επίσης του έχει ανατεθεί και ο Ανεξάρτητος Μηχανισμός Προώθησης, Προστασίας και Παρακολούθησης της εφαρμογής της Σύμβασης της του ΟΗΕ για τα άτομα με αναπηρία το 2012.

Ωστόσο, η προώθηση και η προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων γενικότερα ως διευρυμένη πλέον αρμοδιότητα ανατέθηκε στον Επίτροπο Διοικήσεως το 2011, οπότε και ο Θεσμός μετονομάστηκε σε Επίτροπο Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, γεγονός που οδήγησε στην αναγνώρισή του ως Εθνική Ανεξάρτητη Αρχή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Σημαντική δε αρμοδιότητα που έχει ανατεθεί στον Θεσμό είναι η δυνατότητα αυτεπάγγελτης παρέμβασης, όπου, κατά την κρίση του,τίθεται θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος σε σχέση με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Περί τα τέλη Απριλίου του 2017, όταν ανέλαβα καθήκοντα ως ο τέταρτος Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πρωταρχικός μου στόχος ήταν να καταστήσω τον Θεσμό προσβάσιμο σε κάθε πρόσωπο που βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία και ζητούσε άμεση επικοινωνία με τον Επίτροπο.

Ένας στόχος που υλοποιήθηκε άμεσα, επιτρέποντάς μου να γνωρίσω διά ζώσης τα διαφορετικά ζητήματα που ταλανίζουν την κοινωνία πέρα από την κακοδιοίκηση, την άδικη μεταχείριση, τις διακρίσεις.

Ένας στόχος που έφερε στην επιφάνεια προσωπικές ιστορίες πόνου, φτώχειας, απόγνωσης και συνεχούς αναζήτησης του δικαίου, δίδοντάς μου τη δυνατότητα για άμεση παρέμβαση, όπου αυτό ήταν επιτρεπτό και παρέχοντας παράλληλα άμεση ικανοποίηση στα αιτήματα που κρίνονταν δικαιολογημένα.

Εν κατακλείδι, θα ήθελα να σημειώσω την ενδυναμωμένη αποτελεσματικότητα του Θεσμού, η οποία προέρχεται αφενός από τη σπουδαιότητα της διαβούλευσης με κάθε υπηρεσία, που προνοείται στον οικείο Νόμο, τόσο πριν από την υποβολή μιας έκθεσης όσο και μετά στο πλαίσιο παρακολούθησης για την υλοποίηση των εισηγήσεων που εμπεριέχονται σε αυτή, υποχρεώνοντας τη διοίκηση να παραθέσει εμπεριστατωμένους λόγους σε περίπτωση άρνησής της και το αποτέλεσμα της διαβούλευσης δύναται να δοθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο και στη Βουλή και τέλος να δημοσιευτεί.

Αφετέρου σημειώνω, ότι αυτή αποτελεσματικότητα ενισχύεται περαιτέρω από την αφοσίωση των λειτουργών του Γραφείου στην παροχή καθημερινής βοήθειας και καθοδήγησης στα πρόσωπα που υποβάλουν τα παράπονα, αλλά και στις εμπεριστατωμένες έρευνες και την εμβάθυνση των γνώσεων που απαιτούν οι αρμοδιότητες του Θεσμού, τους οποίους και ευχαριστώ ιδιαίτερα.



Μαρία Στυλιανού - Λοττίδη
Επίτροπος Διοικήσεως και
Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων