Υπομνήματα - Υπόμνημα για τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικός) Νόμο του 2013, νομοθετική ρύθμιση των δηλώσεων μίσους στη βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου - ΚΕ Νομικών - 11/03/2015


Υπόμνημα για τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικός) Νόμο του 2013, νομοθετική ρύθμιση των δηλώσεων μίσους στη βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου - ΚΕ Νομικών - 11/03/2015



Υπόμνημα

Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών-Συνεδρία 11ης Μαρτίου 2015- Ο περί Ποινικού Κώδικα Τροποποιητικός Νόμος του 2013, νομοθετική ρύθμιση των δηλώσεων μίσους στη βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου


Στις 29 Ιουνίου 2012, υπό την ιδιότητά μου ως Αρχή κατά των Διακρίσεων υπέβαλα στα Υπουργεία Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης και Παιδείας και Πολιτισμού Έκθεση αναφορικά με την αντιμετώπιση και πρόληψη της ομοφοβικής ρητορικής. Η εν λόγω Έκθεση, καθώς περιείχε εισήγηση για εισαγωγή νομοθετικής ρύθμισης, υποβλήθηκε και στο Γενικό Εισαγγελέα στη βάση του άρθρου 39 (4) του περί Καταπολέμησης των Φυλετικών και Ορισμένων Άλλων Διακρίσεων (Επίτροπος) Νόμου του 2004 (42(Ι) 2004) ενώ παράλληλα διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Στην εν λόγω Έκθεση είχε γίνει εκτενής αναφορά στις εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο αναφορικά με τις «δηλώσεις» και τα «εγκλήματα μίσους» και τις διακρίσεις που υφίστανται τα ΛΟΑΔ (Λεσβίες, Ομοφυλόφιλοι, Αμφιφυλόφιλοι/ες, Διεμφυλικοί/ες) άτομα. Στο παρόν υπόμνημα, θεωρώ χρήσιμο να κάνω ειδικότερη σύντομη αναφορά στις εξελίξεις σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ως «δήλωση μίσους» (hate speech) νοείται η πρόκληση και η ενθάρρυνση μίσους, διακρίσεων ή εχθρότητας εις βάρος ενός ατόμου, οι οποίες υποκινούνται από προκαταλήψεις εναντίον του εν λόγω ατόμου εξαιτίας συγκεκριμένου χαρακτηριστικού του, π.χ. του σεξουαλικού του προσανατολισμού ή της ταυτότητας του φύλου του. Ως «έγκλημα μίσους» (hate crime) νοείται η σωματική ή λεκτική επίθεση εις βάρος ενός ατόμου, η οποία υποκινείται από προκαταλήψεις εναντίον του εν λόγω ατόμου εξαιτίας συγκεκριμένου χαρακτηριστικού του, π.χ. του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας του φύλου του .
To Μάιο του 2013, ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (European Union Fundamental Rights Agency- FRA) δημοσίευσε την έρευνα που διεξήγαγε σχετικά με τις διακρίσεις και τα εγκλήματα μίσους που υφίστανται τα ΛΟΑΔ άτομα στην Ευρώπη. Η έρευνα αυτή, η οποία συμπεριέλαβε τις εμπειρίες περισσοτέρων από 93.000 ΛΟΑΔ σε όλες τις χώρες-μέλη της ΕΕ, καταδεικνύει ότι μεγάλος αριθμός λεσβιών, ομοφυλοφίλων και διεμφυλικών (transgender) αδυνατεί να ζήσει σύμφωνα με το σεξουαλικό του προσανατολισμό. Πολλοί υφίστανται διακριτική ή ακόμα και βίαιη μεταχείριση όταν εκδηλώνουν το σεξουαλικό τους προσανατολισμό. Για το λόγο αυτό μεγάλος αριθμός ατόμων αποκρύπτουν την ταυτότητά τους και ζουν απομονωμένοι, συχνά υπό το κράτους του φόβου. Διαπιστώθηκαν επίσης υψηλά ποσοστά διακριτικής μεταχείρισης και εγκλημάτων μίσους τα οποία δεν καταγγέλλονται, καθώς τα μισά από τα θύματα βίας ή παρενόχλησης πίστευαν ότι η αστυνομία δεν θα έκανε τίποτα.
Βάσει στοιχείων του FRA (2009) σε δεκατρία κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης η πρόκληση μίσους, βίας, διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου συνιστά ποινικό αδίκημα. Σε τέσσερα κράτη-μέλη οι δηλώσεις μίσους αποτελούν ποινικό αδίκημα όταν απευθύνονται σε συγκεκριμένες κατηγορίες ατόμων στις οποίες όμως δεν περιλαμβάνονται οι ΛΟΑΔ. Σύμφωνα με το FRA, η κατάσταση αυτή δυσχεραίνει την εφαρμογή της νομοθεσίας. Στα υπόλοιπα κράτη μέλη, οι δηλώσεις μίσους εις βάρος ΛΟΑΔ ατόμων δεν θεωρούνται ποινικό αδίκημα, η διατύπωση όμως του νόμου είναι γενική και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την προστασία τους.
Ή έρευνα του FRA καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ομοφοβική ρητορική μίσους και τα ομοφοβικά εγκλήματα μίσους είναι φαινόμενα που μπορεί να δημιουργήσουν σοβαρά εμπόδια στη δυνατότητα ατόμων να εξασκήσουν το δικαίωμά τους στην ελεύθερη μετακίνηση, καθώς και άλλα δικαιώματα χωρίς να υφίστανται διακρίσεις. Η πρόταση που κάνει συνοψίζεται στην εξής φράση: «αυτά τα φαινόμενα χρειάζεται να καταπολεμηθούν σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, διασφαλίζοντας ελάχιστα κριτήρια αποτελεσματικής ποινικής νομοθεσίας».
Η Eυρωπαϊκή Ένωση ενέκρινε το Νοέμβριο του 2008, Απόφαση-Πλαίσιο (2008/913/ΔΕΥ) για τις δηλώσεις μίσους και τα εγκλήματα μίσους που αποτελούν εκδηλώσεις ρατσισμού και ξενοφοβίας. Ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ έχει επανειλημμένως υπογραμμίσει ότι τα κράτη-μέλη, που δεν το έχουν μέχρι τώρα κάνει, πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο να υιοθετήσουν νομοθεσία που θα καλύπτει τον ομοφοβικό και τρανσφοβικό λόγο καθώς και τα σχετιζόμενα αδικήματα μίσους, με τέτοιο τρόπο ώστε τα ΛΟΑΔ άτομα να τυγχάνουν ίσης και αποτελεσματικής προστασίας .
Να σημειωθεί ότι και σε επίπεδο Συμβουλίου της Ευρώπης έχουν ληφθεί παρόμοιες πρωτοβουλίες. Συγκεκριμένα, τo Μάρτιο του 2010, η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης υιοθέτησε μια Σύσταση αναφορικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την καταπολέμηση των διακρίσεων στη βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου . Παρά το ότι η σύσταση δεν είναι νομικά δεσμευτική, εντούτοις είναι εξαιρετικής σημασίας καθώς τα κράτη- μέλη δεσμεύτηκαν για πρώτη φορά να αναλάβουν δράση για τη βελτίωση της κατάστασης των ΛΟΑΔ ατόμων σε όλη την Ευρώπη. Συγκεκριμένα τα κράτη-μέλη, αναγνωρίζοντας ότι τα ΛΟΑΔ άτομα υπόκεινται εδώ και αιώνες σε πολλές μορφές διάκρισης, συμπεριλαμβανομένης της περιθωριοποίησης και του κοινωνικού αποκλεισμού, τόνισαν την ανάγκη λήψης συγκεκριμένων δράσεων για να διασφαλιστεί η πλήρης απόλαυση των δικαιωμάτων των ατόμων αυτών. Ταυτόχρονα δήλωσαν ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση καμίας πολιτισμικής, παραδοσιακής ή θρησκευτικής αξίας για να δικαιολογηθούν οι «δηλώσεις μίσους» ή οποιαδήποτε άλλη μορφή διάκρισης στη βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου. Στο παράρτημα της εν λόγω σύστασης γίνεται, ανάμεσα στα άλλα, ειδική αναφορά στη «δήλωση μίσους» . Συγκεκριμένα σημειώνεται ότι τα κράτη-μέλη πρέπει να λάβουν κατάλληλα μέτρα για την καταπολέμηση δηλώσεων που μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι ενδέχεται να οδηγήσουν στην ενθάρρυνση, τη διάδοση ή την προαγωγή του μίσους ή των διακρίσεων ενάντια στα ΛΟΑΔ άτομα. Τέτοια «δήλωση μίσους» πρέπει να απαγορεύεται και να αποκηρύσσεται δημοσίως.
Στην κυπριακή έννομη τάξη η προαναφερθείσα Απόφαση-Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενσωματώθηκε με τον Νόμο 134 (Ι) 2011 περί της Καταπολέμησης Ορισμένων Μορφών και Εκδηλώσεων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου. Στο άρθρο 3 (1) του Νόμου ορίζεται ότι:
«Πρόσωπο το οποίο εκ προθέσεως δημόσια διαδίδει και δημόσια υποκινεί με οποιοδήποτε τρόπο βία ή μίσος που στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους ομάδας προσώπων που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, κατά τρόπο που διαταράσσει τη δημόσια τάξη ή που έχει απειλητικό, υβριστικό ή προσβλητικό χαρακτήρα, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10 000) ή και στις δυο αυτές ποινές».
Παρόλο που καταρχήν με ικανοποιεί ιδιαίτερα η πρωτοβουλία νομοθετικής ρύθμισης του ζητήματος, με προβληματίζει έντονα ο τρόπος που επιλέγηκε να γίνει αυτό.

Δηλαδή, ενώ υπάρχει πλέον στην έννομη τάξη της χώρας, συγκεκριμένη νομοθεσία που ρυθμίζει νομοθετικά τον ρατσιστικό και μισαλλόδοξο λόγο, δηλ. τις δηλώσεις μίσους βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, ο ομοφοβικός και τρανσφοβικός λόγος, οι δηλώσεις, δηλαδή, μίσους στη βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας μίσους δεν εντάχθηκαν στον προαναφερόμενο ειδικότερο νόμο αλλά προτάθηκε η επιλογή της ρύθμισης του θέματος μέσω της τροποποίησης του Ποινικού Κώδικα και την προσθήκη του άρθρου 51 (Β) το οποίο υπάγεται στο Κεφάλαιο των Αδικημάτων της Προδοσίας και Άλλων Αδικημάτων εναντίον της Ανώτατης Εξουσίας. Δυστυχώς, δεν κλήθηκα στην πρώτη συζήτηση του θέματος στη Βουλή και για το λόγο αυτό δεν εξέθεσα εξαρχής τους προβληματισμούς μου.

Συγκεκριμένα το υπό συζήτηση άρθρο αναφέρει:

«51Β.- Πρόσωπο το οποίο δημόσια και με απειλητικό τρόπο εκ προθέσεως προτρέπει σε ή υποκινεί, είτε προφορικά είτε δια του τύπου ή με γραπτά κείμενα ή εικονογραφήσεις ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, βία ή μίσος που στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους ομάδας προσώπων που προσδιορίζεται βάσει του γενετήσιου προσανατολισμού τους ή της ταυτότητας φύλου τους, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€ 5 000) ή και στις δύο αυτές ποινές.»

Οι δηλώσεις μίσους και τα εγκλήματα μίσους στρέφονται εναντίον της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ασφάλειας και ζωής, όποια και αν είναι η βάση τους. Συνεπώς προκαλεί εντύπωση η υπαγωγή των δηλώσεων μίσους στη βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου στα αδικήματα εναντίον της Ανώτατης Εξουσίας ενώ μάλιστα υπάρχει, όπως προαναφέρθηκε συγκεκριμένη νομοθεσία που αφορά το ρατσισμό και τις διακρίσεις. Πέραν του σημαντικού αυτού συμβολισμού, μεγαλύτερο προβληματισμός ανακύπτει από τη διαφορά στo μέγεθος των προβλεπόμενων ποινών. Συγκεκριμένα, οι δηλώσεις μίσους στη βάση της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγή τιμωρούνται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10 000) ή και στις δυο αυτές ποινές» ενώ οι δηλώσεις μίσους στη βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου με τρία (3) χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€ 5 000) ή και στις δύο αυτές ποινές. Δεδομένου ότι οι επιπτώσεις των δηλώσεων μίσους στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα είναι οι ίδιες, δεν υπάρχει κανένας λόγος για να αποδίδεται μικρότερη ποινική απαξία στον ομοφοβικό και τον τρανσφοβικό λόγο.
Επιπρόσθετα, παρουσιάζει εμφανή προβληματικότητα η προσθήκη της προϋπόθεσης, στο άρθρο 51 Β, ότι η προτροπή και υποκίνηση σε βία/μίσος πρέπει να γίνεται «με απειλητικό τρόπο» τη στιγμή που η προϋπόθεση αυτή δεν τίθεται για τον ρατσιστικό και μισαλλόδοξο λόγο. Αντίστοιχα, με προβληματίζει η παράλειψη της αναφοράς στο υπό συζήτηση άρθρο στη δήλωση μίσους με «απειλητικό, υβριστικό ή προσβλητικό χαρακτήρα» όπως αυτή, εντούτοις, προβλέπεται στον νόμο 134 (Ι) 2011, καθώς τα ΛΟΑΔ άτομα συχνά βρίσκονται αντιμέτωπα με ακριβώς τέτοιου είδους δηλώσεις.
Συνεπώς, προτιμότερη και απλούστερη θα ήταν η προσθήκη του «σεξουαλικού προσανατολισμού» και της «ταυτότητας φύλου» στους λόγους/βάσεις (grounds) των δηλώσεων μίσους στο άρθρο 3 (1) του Νόμου 134 (Ι) 2011 περί της Καταπολέμησης Ορισμένων Μορφών και Εκδηλώσεων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου. Κάτι τέτοιο θα καθιστούσε δικαιοπολιτικά πιο εύστοχο και αποτελεσματικότερο το εγχείρημα και θα απέτρεπε κριτική της Κύπρου για αναιτιολόγητη και δυσνόητη ιεράρχηση ως προς το επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων των ΛΟΑΔ ατόμων. Επιπλέον θα καταδείκνυε την προσήλωση της Κύπρου στην προστασία των ΛΟΑΔ δικαιωμάτων και θα απέτρεπε δυσμενείς αναφορές από ευρωπαϊκούς και διεθνείς θεσμούς παρακολούθησης της προστασίας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Παράλληλα, θεωρώ ότι ο όρος «γενετήσιος προσανατολισμός» πρέπει να αντικατασταθεί από τον πιο δόκιμο όρο «σεξουαλικός προσανατολισμός». O πρώτος όρος λανθασμένα παραπέμπει και περιορίζεται στην αναπαραγωγική λειτουργία του ανθρώπου χωρία να καλύπτει την ευρύτητα του αντίστοιχου αγγλικού όρου «sexual orientation». O όρος αυτός έχει καθοριστεί στις Αρχές της Yogyakarta ως η διαρκής συναισθηµατική, ροµαντική, σεξουαλική ή τρυφερή έλξη για ένα άλλο πρόσωπο και η οποία ποικίλει από την αποκλειστική ετεροφυλοφιλία στην αποκλειστική ομοφυλοφιλία και συμπεριλαμβάνει διάφορες µορφές αµφισεξουαλικότητας .
Παρόλο που η σημερινή συζήτηση εστιάζει στις δηλώσεις μίσους, εξίσου, εάν όχι περισσότερο, σημαντική είναι η ποινικοποίηση της ίδιας της τέλεσης ρατσιστικών, ομοφοβικών και τρανσφοβικών πράξεων. Πέραν λοιπόν της αναζήτησης του κινήτρου (ρατσιστικού, ομοφοβικού) προς το σκοπό της επιβάρυνσης της ποινής μια αξιόποινης πράξης, θα πρέπει να εξεταστεί σοβαρά το ενδεχόμενο επιβολής αυτοτελούς κύρωσης, έστω και ελαφριάς, που να μπορέσει να λειτουργήσει ως δημοκρατική και κοινωνική καταδίκη του ρατσισμού και της ομοφοβίας.
Τέλος, θα ήθελα να τονίσω, ότι το ζήτημα της αντιμετώπισης των δηλώσεων μίσους, δεν εξαντλείται σε ποινικές ρυθμίσεις. Ειδικότερα το θέμα του ομοφοβικού λόγου χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη πολυμορφία και καλύπτει ένα χώρο συμπεριφορών ευρύτερο από εκείνον που καλύπτει η όποια νομοθετική παρέμβαση. Για το λόγο αυτό είναι αναγκαία μια ολιστική προσέγγιση η οποία παράλληλα με τις νομοθετικές πρόνοιες θα έχει σαν στόχο την ευαισθητοποίηση και ενημέρωση των πολιτών ως προς το σεβασμό των δικαιωμάτων των ΛΟΑΔ ατόμων και τη συνακόλουθη κατάρριψη των φοβικών συνδρόμων και προκαταλήψεων. Ήδη το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, διαχειρίζεται τα ομοφοβικά περιστατικά στα πλαίσια της πολιτικής του για την αντιμετώπιση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, ως ειδικότερες πτυχές της νεανικής παραβατικότητας.




Ελίζα Σαββίδου
Αρχή κατά των Διακρίσεων
Επίτροπος Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων


Κατεβάστε το αρχείο τύπου Acrobat diloseismisous.pdf (Μέγεθος Αρχείου: 490,05Kb)
Κατεβάστε το αρχείο τύπου Word
Ipomnima_Dilosis_Misous_Vouli11032015.doc (Μέγεθος Αρχείου: 65,78Kb)
mp3
11032015.mp3 (Μέγεθος Αρχείου: 3884,46Kb)