Υπομνήματα - Υπόμνημα Ανεξάρτητης Αρχής Προώθησης Δικαιωμάτων Ατόμων με Αναπηρία αναφορικά με ζητήματα που σχετίζονται με: α) παιδιά και ενήλικες με αυτισμό και β) άτομα με αναπηρία, περιλαμβανομένης της ψυχικής αναπηρίας, που είναι άνω των 21 ετών


Υπόμνημα Ανεξάρτητης Αρχής Προώθησης Δικαιωμάτων Ατόμων με Αναπηρία αναφορικά με ζητήματα που σχετίζονται με: α) παιδιά και ενήλικες με αυτισμό και β) άτομα με αναπηρία, περιλαμβανομένης της ψυχικής αναπηρίας, που είναι άνω των 21 ετών



Υπόμνημα

Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
(Ανεξάρτητη Αρχή Προώθησης Δικαιωμάτων Ατόμων με Αναπηρία)
αναφορικά με τα θέματα που θα απασχολήσουν την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων στη συνεδρία της στις 6 Σεπτεμβρίου 2016: α) παιδιά και ενήλικες με αυτισμό και β) άτομα με αναπηρία, περιλαμβανομένης της ψυχικής αναπηρίας, που είναι άνω των 21 ετών

1. Τα υπό αναφορά θέματα είναι ιδιαίτερα σημαντικά για κάθε κράτος δικαίου με επίκεντρο το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, όποια και εάν είναι η αναπηρία τους (νοητική, αυτισμός, αισθητηριακή, μαθησιακή, ψυχική αναπηρία ή πολλαπλή αναπηρία) είναι πάνω απ’ όλα ανθρώπινα δικαιώματα, με τη διαφορά ότι για τη διασφάλισή τους απαιτούνται κατάλληλες νομοθεσίες και πολιτικές για την άρση των εμποδίων που παρεμβάλλονται στην ίση απόλαυση τους με τους άλλους πολίτες. Εύστοχα διαπιστώνεται η ανάγκη για μία συζήτηση με σκοπό τον εντοπισμό των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα άτομα με αυτισμό και ψυχική αναπηρία αλλά και οι οικογένειές τους στον ειδικότερο τομέα της φροντίδας και της εκπαίδευσης, καθότι, αναπόφευκτα συνδέονται με το σύνολο των δικαιωμάτων τους, όπως, μεταξύ άλλων, με τα δικαιώματα τους σε αξιοπρεπή διαβίωση, ενσωμάτωση στην κοινωνία και ανεξαρτητοποίηση.

2. Πτυχές των εν λόγω προβλημάτων απασχόλησαν πρόσφατα την επικαιρότητα, με αφορμή την αποϊδρυματοποίηση, από το Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες, 8 ατόμων με νοητική αναπηρία ή και αυτισμό, από τη Πτέρυγα 14 του Ψυχιατρείου Αθαλάσσας και την ένταξη τους σε σπίτια στην κοινότητα. Πρόκειται για θετική εξέλιξη, αλλά χρειάστηκαν 6 χρόνια για την αποϊδρυματοποίηση των 8 ατόμων, αφού οι σχετικές προσπάθειες είχαν αρχίσει από το 2010. Παράλληλα αναπάντητα παραμένουν τα ερωτήματα για το μέλλον των υπόλοιπων ατόμων που ζουν σε συνθήκες ιδρυματοποίησης, είτε στο ψυχιατρείο είτε σε ιδρύματα, καθότι, δεν υπάρχει σαφής πολιτική ή θεσμικό πλαίσιο, που εγγυώνται την αποϊδρυματοποίησή τους σε εύλογο χρόνο και την ανεξαρτητοποίησή τους. Από την άλλη, είναι πολλά τα άτομα με αυτισμό ή και άλλες αναπηρίες, τα οποία δεν βρίσκονται σε ιδρύματα αλλά η διαβίωσή τους με αξιοπρέπεια, η αναζήτηση πρόσβασης σε υπηρεσίες, δομές και δικαιώματα αποτελεί μία πολύχρονη και αδιέξοδη περιπέτεια, για τα ίδια τα άτομα και τις οικογένειες τους.

3. Ενδεικτική είναι η περίπτωση νεαρής γυναίκας με αυτισμό και άλλες αναπηρίες, η οποία από το 2007 μέχρι και πρόσφατα δεν είχε καταστεί δυνατό να εξυπηρετείται από κατάλληλη δομή, που θα μπορούσε να ανταποκρίνεται ολιστικά στις ανάγκες της. Υφιστάμενες δομές αποκατάστασης, φροντίδας και εκπαίδευσης απέρριπταν την εισδοχή της λόγω της πολλαπλότητας της αναπηρίας της και άλλες αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις υπηρεσίες και στην προσέγγιση που χρειάζεται. Η περίπτωση της, απασχόλησε την Ανεξάρτητη Αρχή του Γραφείου μου και η Έκθεση που υποβλήθηκε στις αρμόδιες αρχές, με τα ευρήματα και τις εισηγήσεις μου, επισυνάπτεται. Με αφορμή την περίπτωση αυτή αλλά και άλλες που έχουν τεθεί υπόψη της Ανεξάρτητης Αρχής, υπογραμμίζεται η ανάγκη όπως οι δομές, οι υπηρεσίες και το σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται για τα άτομα με αναπηρία, ανταποκρίνονται και στα άτομα με πολλαπλές αναπηρίες.

4. Η συζήτηση στη Κοινοβουλευτική Επιτροπή συμπίπτει, χρονικά, με την αξιολόγηση της Κύπρου από τον ΟΗΕ, σε σχέση με το βαθμό υλοποίησης των δεσμεύσεών της με βάση τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία. Η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε την εν λόγω Σύμβαση, από το 2011 (Νόμος 8 (ΙΙΙ) του 2011), συνεπώς, κεντρικός άξονας και νομική βάση κάθε απόφασης, ενέργειας και μέτρου που λαμβάνεται πρέπει να είναι η Σύμβαση, οι αξίες και οι αρχές της.

5. Πιο κάτω αναφέρονται ορισμένες από τις βασικότερες προϋποθέσεις που χρειάζεται να τηρούνται, προκειμένου το κράτος να ανταποκρίνεται στις γενικές υποχρεώσεις του, δυνάμει του άρθρου 4 της Σύμβασης, αλλά και στις ειδικότερες υποχρεώσεις του, δυνάμει των υπόλοιπων διατάξεων της Σύμβασης, όπως για φροντίδα, εκπαίδευση και υπηρεσίες απαραίτητες για την αξιοπρεπή διαβίωση και ανεξαρτητοποίηση των ατόμων με αναπηρία, στη βάση της δικαιωματικής προσέγγισης της αναπηρίας, που συνιστά θεμελιακή αρχή της Σύμβασης:
α) Άρση γνωσιολογικών εμποδίων (άρθρα 1, 3 και 4): Χρειάζεται να αναγνωρίζονται και να γίνονται κατανοητά η φύση, τα χαρακτηριστικά του αυτισμού, της νοητικής και της ψυχικής αναπηρίας (αλλά και κάθε αναπηρίας η οποία μπορεί να διαφέρει από άτομο σε άτομο) ως μέρος της ανθρώπινης διαφορετικότητας και όχι να θεωρούνται ως «λάθος» ή «παρέκκλιση» από το «κανονικό». Η αναπηρία δεν σημαίνει ανικανότητα, ούτε ασθένεια που «θεραπεύεται», αλλά είναι μέρος της ανθρώπινης πολυμορφίας. Η ανεπαρκής κατανόηση της αναπηρίας και ο μη σεβασμός της κατ’ αυτό τον τρόπο, συντείνει στην ανεπάρκεια, μεταξύ άλλων, των δομών και των υπηρεσιών που απευθύνονται στα άτομα με αναπηρία αλλά και στην παραβίαση δικαιωμάτων.

β) Άρση νομικών/νομοθετικών εμποδίων (άρθρα 4 και 19): Παρά την κύρωση της Σύμβασης, οι νομοθεσίες που αφορούν στα άτομα με αναπηρία, τα ιδρύματα και τα Κέντρα Ενηλίκων, αφενός αφορούν αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα και αφετέρου δεν έχουν εναρμονιστεί με τη Σύμβαση. Χρειάζεται άμεση τροποποίησή τους ούτως ώστε στο επίκεντρό τους να είναι όχι οι δομές, αλλά τα άτομα με αναπηρία και τα δικαιώματά τους. Συγχρόνως, νομοθετικής ρύθμισης χρήζουν τόσο η πολιτική της αποϊδρυματοποίησης όσο και η λειτουργία δομών ανεξάρτητης διαβίωσης όπως είναι τα σπίτια στην κοινότητα. Μεταξύ άλλων και σύμφωνα με το άρθρο 4 της Σύμβασης, είναι απαραίτητη η θεσμοθέτηση πρόνοιας όπως το προσωπικό που εργοδοτείται στις δομές είναι κατάλληλα καταρτισμένο, σε σχέση τόσο με την εκάστοτε αναπηρία (π.χ. αυτισμό, ψυχική αναπηρία) όσο και με τη Σύμβαση.

γ) Άρση εμποδίων στην ανεξάρτητη διαβίωση, αποϊδρυματοποίηση και σεβασμός στη δικαιοπρακτική ικανότητα (άρθρα 19, 12): Η ιδρυματοποίηση σε καμία περίπτωση δεν ωφελεί τα άτομα με αυτισμό ή άλλη αναπηρία. Αντίθετα, απομονώνει, περιθωριοποιεί και αφαιρεί από τα άτομα αυτά την ιδιότητά του φορέα δικαιωμάτων ενώ, συχνά, δημιουργεί πρόσθετες αναπηρίες και προβλήματα υγείας παραγνωρίζοντας ότι έχουν ίσο δικαίωμα με κάθε άλλο άνθρωπο να επιλέγουν να ζουν εκεί όπου επιθυμούν και μαζί με τα άτομα που επιθυμούν, με τις υπηρεσίες και τα προγράμματα που τους εξυπηρετούν. Στο δικαίωμα αυτό αντίκεινται αποφάσεις που αναγκάζουν τα άτομα με αυτισμό ή άλλη αναπηρία να ζουν υπό συγκεκριμένες διευθετήσεις ή να ταλαιπωρούνται προκειμένου να έχουν πρόσβαση στα δικαιώματά τους. Οι υπηρεσίες πρέπει να βρίσκονται κοντά στα άτομα και όχι τα άτομα κοντά στις υπηρεσίες. Τα σπίτια στην κοινότητα αν και η λειτουργία τους δεν είναι θεσμοθετημένη, αποτελούν καλή πρακτική, που σηματοδοτεί τη μετάβαση από την ιδρυματοποίηση σε δομές ανεξάρτητης διαβίωσης. Στην Κύπρο λειτουργούν λίγα τέτοια σπίτια συγκριτικά με τον αριθμό των ιδρυματοποιημένων ατόμων. Σε κάθε περίπτωση, απώτερος σκοπός δεν πρέπει να είναι η φροντίδα για σκοπούς επιβίωσης αλλά η ποιοτική διαβίωσή των ατόμων με αναπηρία και η ανεξαρτητοποίησή τους για την ενσωμάτωση στην κοινωνία, στο μέγιστο δυνατό βαθμό.

δ) Άρση οικονομικών και συμπεριφορικών εμποδίων (άρθρα 4, 3, 8 και 28): Η αναπηρία, δεδομένων των διαχρονικών ελλείψεων σε προσβάσιμες και κατάλληλες δομές και υπηρεσίες, συνεπάγεται αυξημένο κόστος διαβίωσης σε όλους τους τομείς. Αρκετές, όμως, από τις υπηρεσίες που χρειάζονται τα άτομα με αναπηρία συνεχίζουν να επιβαρύνουν τις οικογένειές τους (π.χ. εργοθεραπεία, λογοθεραπεία, φροντίδα). Την ίδια στιγμή, η οικονομική στήριξη αποτελεί μέρος και όχι τη μοναδική υποχρέωση του κράτους. Χρειάζεται να υπάρξει μετάβαση από νοοτροπίες που θέλουν τα άτομα με αναπηρία να είναι απλώς λήπτες κρατικής πρόνοιας, φροντίδας και συμπληρωμάτων από τη φιλανθρωπία στην αναγνώρισή τους ως φορέων δικαιωμάτων στην ανεξάρτητη διαβίωση, την εκπαίδευση και την εργασία. Χρειάζεται επίσης να εμπεδωθεί ότι η υλοποίηση των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία, μη εξαιρουμένων των παιδιών είναι, βάσει της Σύμβασης, υποχρέωση του κράτους και όχι των οικογενειών τους ή των εθελοντικών/φιλανθρωπικών οργανώσεων. Παράλληλα, συμπεριφορές που στιγματίζουν τα άτομα με αναπηρία, διαιωνίζουν τον οίκτο σε βάρος τους και συντηρούν τον περιορισμό των δικαιωμάτων τους δεν έχουν χώρο στο σύγχρονο δικαιωματικό πλαίσιο της Σύμβασης. Ιδιαίτερη ευαισθητοποίηση χρειάζεται σε σχέση με τα άτομα με ψυχική αναπηρία, τα οποία, περισσότερο από πολλά άλλα, αντιμετωπίζουν αδικαιολόγητο στιγματισμό ως επικίνδυνα και για αυτό το λόγο ιδρυματοποιούνται.

ε) Άρση εμποδίων στην εκπαίδευση (άρθρα 24, 2, 4, 5 και 9): Τα παιδιά με αναπηρία έχουν prima facie δικαίωμα στην ενιαία εκπαίδευση, στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα ενώ ο αποκλεισμός τους από αυτό, συνιστά παραβίαση του άρθρου 24 της Σύμβασης και διάκριση λόγω αναπηρίας. Το δικαίωμα στην εκπαίδευση υλοποιείται μέσα από τη διασφάλιση της προσβασιμότητας των σχολείων, την αξιοποίηση κατάλληλων διδακτικών μεθόδων, τεχνολογικών μέσων, εναλλακτικών μορφών επικοινωνίας, την παροχή εύλογων προσαρμογών, υποστήριξης, προσωπικής βοήθειας (π.χ. σχολικοί συνοδοί) και προσβάσιμου υλικού (π.χ. «κείμενο για όλους»). Στις εξαιρετικές περιπτώσεις όπου, για οποιοδήποτε λόγο, τα παιδιά εκπαιδεύονται εκτός του γενικού εκπαιδευτικού συστήματος, το δικαίωμα στην εκπαίδευση πρέπει και πάλι να υλοποιείται υπό τις πιο πάνω προϋποθέσεις, χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα της εκπαίδευσης που λαμβάνουν. Στην περίπτωση των ενήλικων ατόμων με αναπηρία, πρέπει να αναγνωριστεί το δικαίωμά τους στη δια βίου μάθηση, τη συνεχή ανάπτυξη των δεξιοτήτων και ικανοτήτων τους, καθώς και της προσωπικότητας και των ταλέντων τους μέσα από εξατομικευμένα εκπαιδευτικά προγράμματα και διδακτικές μεθόδους που ανταποκρίνονται στην αναπηρία και την ηλικία τους, με απώτερο σκοπό την ενσωμάτωσή τους στην αγορά εργασίας και ευρύτερα, την κοινωνία.

στ) Άρση εμποδίων μέσω της στήριξης των οικογενειών: Για τα πιο πάνω δικαιώματα και υποχρεώσεις πρέπει να είναι ενήμερες οι οικογένειες των ατόμων με αυτισμό, ψυχική ή άλλη αναπηρία, η συνεργασία του κράτους με τις οποίες, είναι συχνά αναγκαία, προκειμένου να λειτουργεί προς όφελος των ατόμων με αναπηρία. Το κράτος, πέρα από την οικονομική υποστήριξη που παρέχει στα άτομα με αναπηρία, πρέπει να παρέχει τόσο ψυχολογική στήριξη όσο και κατάλληλη εκπαίδευση και κατάρτιση στις οικογένειες τους, προκειμένου να αποδεχθούν την αναπηρία ως μέρος της ταυτότητας των μελών της οικογένειάς τους, να ενημερώνονται συνεχώς για τις δυνατότητες που εξυπηρετούν τα άτομα καλύτερα (π.χ. τεχνολογικές εξελίξεις) και να ενθαρρύνονται να συμμετέχουν στο σχήμα της ανάπτυξης και ανεξαρτητοποίησής τους. Όπως στην περίπτωση των ατόμων με αναπηρία, έτσι και στην περίπτωση των οικογενειών τους, είναι απαραίτητο να αποφεύγεται ο στιγματισμός τους με οποιοδήποτε τρόπο ή να ευνοείται η περιθωριοποίησή τους και να διασφαλίζεται η ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία με ίσους όρους.

Θέτω τα πιο πάνω υπόψη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων προκειμένου να συμβάλω στην υπό εξέλιξη συζήτηση, υπό την αρμοδιότητα που ανατέθηκε στον Επίτροπο Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 9 Μαΐου 2012, να παρακολουθεί την εφαρμογή της Σύμβασης αλλά και να προστατεύει και να προάγει την υλοποίηση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει.


Λευκωσία, 6 Σεπτεμβρίου 2016


Κατεβάστε το αρχείο τύπου Word Ypomnima_pedia_ke_enilikes_me_aftismo_atoma_me_anapiria_Vouli_06092016.doc (Μέγεθος Αρχείου: 61,2Kb)
mp3
6092016.mp3 (Μέγεθος Αρχείου: 3366,3Kb)