Γραφείο Επιτρόπου Προεδρίας

Back To Top

Υπόμνημα προς την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών αναφορικά με το κείμενο του νομοσχεδίου που προβλέπει για τη σύσταση και λειτουργία Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς



26 Νοεμβρίου 2020

Αρ. Φακέλου: Ε.Δ. 5.22.03.07/5

Συνεδρία Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νοµικών για συζήτηση του περί της Σύστασης και Λειτουργίας Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς Νόµου, ηµερ. 27/11/2020
«Υπόµνηµα προς την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νοµικών αναφορικά µε το κείµενο του νοµοσχεδίου που προβλέπει για τη σύσταση και λειτουργία Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς»

Κατ’ αρχήν θα ήθελα να χαιρετίσω την προώθηση νοµοσχεδίου για σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς, µε ειδικότερες αρµοδιότητες και εξουσίες για πρόληψη και καταπολέµηση των φαινοµένων διαφθοράς στην κυπριακή κοινωνία.

Η σύσταση µίας τέτοιας Αρχής είναι, αναµφίβολα, µία θετική εξέλιξη η οποία θα ενισχύσει τις προσπάθειες της πολιτείας να προλάβει, να εντοπίσει και να τιµωρήσει πράξεις διαφθοράς.

Ωστόσο, οι αρµοδιότητες της Αρχής να διερευνά καταγγελίες σε σχέση και µε ενέργειες στον δηµόσιο και ευρύτερο δηµόσιο τοµέα1 που δεν συνάδουν µε τις αρχές τις διαφάνειας και της χρηστής διοίκησης Άρθρο 2 – «Θεμελιώδεις αρχές κατά τις διαφθοράς» σημαίνει την διαφάνεια, την ευθύνη για λογοδοσία και την χρηστή διοίκησης , επικαλύπτονται και µε τις αρµοδιότητες του/της Επίτροπου Διοικήσεως, κυρίως σε σχέση µε τη διερεύνηση καταγγελιών, δεδοµένου το ότι υπάρχουν κοινές αρµοδιότητες για προώθηση των αρχών της διαφάνειας και της χρηστής διοίκησης στον δηµόσιο και ευρύτερο δηµόσιο τοµέα και ως εκ τούτου θα πρέπει να διαχωριστεί η επικάλυψη των προβλεπόµενων αρµοδιοτήτων της Αρχής κατά της Διαφθοράς µε τις αρµοδιότητες του Επιτρόπου µε βάση του Επιτρόπου Διοικήσεως Νόµου,και συναφείς µε αυτόν νόµους, κατα τον ίδιο τρόπο που γίνεται αναφορά στη παράγραφο 5 εδ.(4) (γ) σε σχέση µε τις αρµοδιότητες του Γενικού Εισαγγελέα και του Γενικού Ελεγκτή.

Ενόψει τούτου, εισηγούµαι όπως αυτή ακριβώς η επικάλυψη αρµοδιοτήτων µεταξύ της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς και του Επιτρόπου Διοικήσεως οριοθετηθεί µε σαφήνεια στο νοµοσχέδιο, κατά τρόπο που να προστατεύεται η ανεξαρτησία και των δύο θεσµών.

Δεύτερο αφορά το ζήτηµα του εδαφίου 5 του άρθρου 5 του Νοµοσχεδίου σε συνδυασµό µε τα άρθρα 8 εδ .(5) και το άρθρο 12 εδ. (α) και (γ) σε σχέση µε την την εξουσία συλλογής πληροφοριών από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατέχει στοιχεία συµπεριλαµβανοµένων υπαλλήλων του ιδιωτικού τοµέα.

Αφενός µε το νέο νοµοσχέδιο που φέρει ηµεροµηνία 16,Νοεµβρίου,2020 ( λήφθηκε απο µέρους µας 19.11.20) δεν διασαφηνίζεται κατα ποσό οι πληροφορίες που δυνατόν να λαµβάνονται από οποιοδήποτε πρόσωπο συµπεριλαµβανοµένου ιδιωτικού υπαλλήλου, περιλαµβάνουν µόνο το χώρο της εργασίας του ή και την κατοικία του στην οποία µε βάση το άσυλο αυτής σε καµία περίπτωση δεν δύναται να γίνει έρευνα για την λήψη πληροφοριών χωρίς ένταλµα έρευνας (Αρ.16 Συντάγµατος).

Δεύτερο δεν διασαφηνίζεται µε βάσει ποίας Συνταγµατικής εξουσίας δύναται Ανεξάρτητη Αρχή να ζητά πληροφορίες από ιδιώτη ή και οποιοδήποτε πρόσωπο οι οποίες µάλιστα µπορεί να είναι αποθηκευµένες σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές χωρίς την έκδοση εντάλµατος έρευνας.

Σηµειώνεται δε πως µε βάση το άρθρο 12(α) αν εκ πρώτοις όψεως ενδεχόµενη παραβίαση, συνιστά ποινικό αδίκηµα το πόρισµα ή έκθεση γεγονότων υποβάλλονται στο Γενικό Εισαγγελέα.

Δηλαδή η χωρίς ένταλµα έρευνας δέοντος αιτιολογηµένου απο Αρµόδιο Δικαστήριο ,λήψη πληροφοριών από ιδιώτη, δύναται να οδηγήσει σε περαιτέρω ποινική διερεύνηση µε βάση το «ψάρεµα» πληροφοριών που έκανε η Αρχή , χωρίς την εκ των προτέρων ύπαρξη εύλογης υπόνοιας και αποχρώντος λόγου που να συνδέουν το οποιοδήποτε πρόσωπο µε την διάπραξη οποιουδήποτε αδικήµατος ,γεγονός που µόνο το Δικαστήριο µπορεί να αποφασίσει.

Η χωρίς ένταλµα έρευνας διαδικασία λήψης πληροφοριών πολύ πιθανόν να δηµιουργήσει εκ των υστέρων εύλογη υπόνοια, απαραίτητη για να νοµιµοποιήσει αίτηµα στο δικαστήριο απο το Γενικό Εισαγγελέα ,για αποκάλυψη πληροφοριών τα οποία θα µπορούν πλέον να χρησιµοποιηθούν σαν τεκµήρια στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας εναντίον του προσώπου που έδωσε τις πληροφορίες .
Ο αποχαραχτηρισµός µια έρευνας ως µη ανακριτικής ουδόλως παρέχει προστασία στον πολίτη και στον άνθρωπο , αλλά µάλλον δηµιουργεί το άλλοθι για την απρόσκοπτη συλλογή πληροφοριών που πιθανόν να είναι ικανά να τον ενοχοποιήσουν χωρίς τα απαιτούµενα εχέγγυα που το ένταλµα έρευνας εξασφαλίζει µέσα απο το Δικαστήριο, αν κρίνεται απαραίτητη η συλλογή τους.


Η διαδικασία µιας έρευνας κρίνεται από την ουσία και όχι από την ετικέτα που θα της δοθεί.

Γι’ αυτό αν σε οποιοδήποτε στάδιο η Αρχή κρίνει ότι χρειάζεται στοιχεία στα πλαίσια της σφαίρας
του ιδιωτικού χώρου, τότε πάντοτε θα πρέπει να αποτείνονται στο Γενικό Εισαγγελέα για την συνδροµή στην εξασφάλιση τους µμέσα από την διαδικασία που ο Νόµος επιτάσσει.

Επίσης η διαδικασία που ακολουθείται σε περίπτωση άρνησης παροχής πληροφοριών µε βάσει το άρθρο 12(γ), δεν ξεκαθαρίζει αν το διάταγµα που ζητείται, ορθώς µέσω του Γενικού Εισαγγελέα, για αποκάλυψη πληροφοριών είναι ένταλµα έρευνας µε τα εχέγγυα που το συνοδεύει ή οτιδήποτε άλλο, και αυτό θα πρέπει να διευκρινιστεί ξεκάθαρα ως προς την διασφάλιση της προστασίας θεµελιωδών δικαιωµάτων.

Τρίτο θα πρέπει το εν λόγω Νοµοσχέδιο να απαριθµεί τα αδικήµατα που συνιστούν πράξεις διαφθοράς καθότι η γενική αναφορά ότι περιλαµβάνει και οποιαδήποτε αδικήµατα που από την φύση τους συνιστούν πράξη διαφθοράς ...παραβιάζει αναντίλεκτα το Άρθρο 12 του Συντάγµατος, που ορίζει ότι: «1. Ουδείς κηρύσσεται ένοχος οιουδήποτε αδικήµατος λόγω πράξεως ή παραλείψεως µη συνιστώσης αδίκηµα συµφώνως τω νόµω τω ισχύοντι κατά τον χρόνον της τελέσεως αυτής και εις ουδένα επιβάλλεται δι’ αδίκηµά τι ποινή βαρυτέρα της ρητώς προβλεποµένης υπό του κατά τον χρόνον της τελέσεως ισχύοντος νόµου»…, καθότι ο κάθε «ύποπτος» αδικήµατος διαφθοράς έχει δικαίωµα να γνωρίζει το αδίκηµα στο οποίο υπέπεσε ή στο αδίκηµα για το οποίο γίνεται διερεύνηση στα πλαίσια σύνταξης πορίσµατος απο την Αρχή κατα της Διαφθοράς εφόσον το εν λόγω πόρισµα δύναται να σταλεί στο Γενικό Εισαγγελέα για την διερεύνηση ποινικών αδικηµάτων.

Άρα η ανάγκη γνώσης εκ των προτέρων του αδικήµατος διαφθοράς είναι απαραίτητη και κατά την διαδικασία που ακολουθείται στα πλαίσια έρευνας της Αρχής κατα της Διαφθοράς, εφόσον αυτή η έρευνα µπορεί να αποτελέσει τα απαραίτητα στοιχεία για την περαιτέρω διερεύνηση ποινικού αδικήµατος από τον Γενικό Εισαγγελέα.

Τέλος όσον αφορά τον χαρακτηρισµό της Ανεξάρτητης Αρχής ως όργανο συλλογικό στο οποίο συναποφασίζουν ο Επίτροπος Διαφάνειας και οι βοηθοί Επίτροποι, δεν συνάδει µε τον χαρακτηρισμό του ως Επίτροπο, ο οποίος είναι µμονοπρόσωπο όργανο και προσωποπαγής θεσµός.
Σηµειώνεται ότι όπου υπάρχουν βοηθοί Επίτροποι αυτοί ενεργούν ως αναπληρωτές και κάτω από τις οδηγίες του Επιτρόπου και δεν συναποφασίζουν µε αυτόν.

Ως εκ τούτου αν η πρόθεση της Εκτελεστικής Εξουσίας είναι να δηµιουργήσει ένα συλλογικό Όργανο η οποία θα ονοµάζεται Ανεξάρτητη Αρχή αυτή θα πρέπει να αποτελείται από τον Πρόεδρο και τα µέλη της καθότι ο χαρακτηρισµός των προσώπων που την αποτελούν ως Επιτρόπων έρχεται σε αντίθεση µε το σκοπό της σύστασης της ως συλλογικό όργανο.

Άλλωστε το ίδιο το Νοµοσχέδιο εμπεριέχει αντιφατικές διατάξεις όπως τα άρθρα 18 και 19 που αναφέρονται σε Επίτροπο Διαφάνειας δημιουργώντας προσωπική υποχρέωση όπως αρµόζει σε προσωποπαγείς Θεσµούς και στα άρθρα 22 και 23 που αναφέρονται σε Αρχή και τα µέλη της το οποίο φανερώνει την πρόθεση για την συλλογικότητα του Οργάνου.

Είµαι στην διάθεση σας για οποιοδήποτε διευκρίνιση.

Μαρία Στυλιανού - Λοττίδη
Επίτροπος Διοικήσεως και
Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων